μαγῳδός

μαγῳδός
μαγ-ῳδός, , eine Art Pantomime od. Posse, nach einigen Schauspieler, die Männerrollen in Frauentracht spielten

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μαγωδός — μαγῳδός, ὁ (Α) κωμικός ηθοποιός, μίμος που φορούσε γυναικεία ρούχα και υποδυόταν άσεμνους τύπους με τη συνοδεία κυμβάλων και τυμπάνων κατά τη μαγῳδία. [ΕΤΥΜΟΛ. < *μαγ(αδ) ῳδός (με απλολογία, πρβλ. αμφιφορεύς > αμφορεύς) > μάγαδις*… …   Dictionary of Greek

  • μαγῳδός — rude pantomime masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαγῳδοί — μαγῳδός rude pantomime masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαγῳδόν — μαγῳδός rude pantomime masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαγωδία — μαγῳδία και, κατά τον Ησύχ., μαγῳδή, ἡ (Α) [μαγωδός] 1. είδος άσεμνης κωμικής παράστασης, παντομίμας, που συνοδευόταν από τύμπανα και κύμβαλα 2. η τέχνη, το παίξιμο τού μαγωδού 3. (κατά τον Ησύχ.) «μαγῳδή ὄρχησις ἁπαλή» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”